Η συνεχής αύξηση των τιμών στα καύσιμα δημιουργεί ένα παράδοξο, το οποίο επιβαρύνει άδικα τους πολίτες και την πραγματική οικονομία. Σήμερα, η φορολογία των καυσίμων περιλαμβάνει δύο στοιχεία: τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ), ο οποίος είναι σταθερός ως ποσό ανά λίτρο, και τον ΦΠΑ, ο οποίος υπολογίζεται ως ποσοστό επί της τελικής τιμής και επιβάλλεται και επί του ίδιου του ΕΦΚ. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά που η τιμή των καυσίμων αυξάνεται, αυξάνεται αυτόματα και το ποσό ΦΠΑ που εισπράττει το κράτος – δημιουργώντας ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα εις βάρος των πολιτών. Η πρακτική αυτή δεν αποτελεί δίκαιη φορολογική πολιτική. Μετατρέπει μια διεθνή κρίση τιμών σε επιπλέον φορολογικό έσοδο για το κράτος και επιβαρύνει ιδιαίτερα τις μεταφορές, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Η ενέργεια αποτελεί βασική υποδομή της οικονομίας. Η πολιτεία έχει υποχρέωση να προστατεύει την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής και την αγοραστική δύναμη των πολιτών, αντί να επωφελείται από την άνοδο των διεθνών τιμών.
Η Κεντρική Πορεία προτείνει:
1_ τη μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα και την κατάργηση της επιβολής ΦΠΑ επί του ΕΦΚ («φόρος επί φόρου»), ώστε να σπάσει ο αυτόματος μηχανισμός ανόδου της φορολογικής επιβάρυνσης σε περιόδους αύξησης των διεθνών τιμών.
2_ την παροχή αφορολόγητου πετρελαίου κίνησης σε 20τονα φορτηγά, με τρόπο ώστε η μείωση να αποτυπώνεται απευθείας στα συμφωνητικά μεταφορικού έργου.
Η μείωση του κόστους καυσίμων αποτελεί στοιχειώδη προϋπόθεση για μια οικονομία η οποία στηρίζεται στην παραγωγή, στην εργασία και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.