Τα τελευταία χρόνια, η συζήτηση γύρω από τον λαϊκισμό έχει αποκτήσει σχεδόν εμμονικά χαρακτηριστικά. Κάθε πρόταση η οποία αμφισβητεί τις κυρίαρχες πολιτικές επιλογές, κάθε ιδέα η οποία διεκδικεί μια διαφορετική πορεία για την κοινωνία ή την οικονομία, συχνά χαρακτηρίζεται ως «λαϊκιστική» πριν ακόμη αξιολογηθεί επί της ουσίας της.
Παράλληλα, ενισχύεται μια διαφορετική αντίληψη για την πολιτική: ότι οι δημόσιες υποθέσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται κυρίως ως τεχνικά προβλήματα, τα οποία οφείλουν να επιλύουν ειδικοί, με βάση όσα θεωρούνται ρεαλιστικά, εφαρμόσιμα και δημοσιονομικά εφικτά. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η πολιτική μετατρέπεται σταδιακά σε μια διαδικασία διαχείρισης, όπου η τεχνοκρατική επάρκεια υπερισχύει της κοινωνικής εκπροσώπησης.
Η αντίληψη αυτή παραγνωρίζει όχι μόνο τη φύση της ίδιας της πολιτικής αλλά αγνοεί και τους κατά τα άλλα, νόμιμους μηχανισμούς οι οποίοι εξαφανίζουν την καινοτομία και την παραγωγικότητα στην κρατικοδίαιτη οικονομία (νόμος 4412/2016).
Πολιτική είναι οι όροι με τους οποίους δημιουργούμε την κοινωνική μας προοπτική και η μέθοδος με την οποία διαχειριζόμαστε τα κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα μας. Συνεπώς η πολιτική δεν υπάρχει για να επιλέξει την ‘’καλύτερη ιδέα’’ και να επιτύχει το ‘εφικτό’ αλλά υπάρχει για να δώσει πολιτική κατεύθυνση προς εξυπηρέτηση των κοινωνικών συμφερόντων τα οποία εκπροσωπεί. Δηλαδή ποια είναι η καλύτερη λύση για να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένες, μικρές ή μεγάλες, κοινωνικές ομάδες.
Μέσα στα πλαίσια αυτά η πρόταση η οποία φαίνεται σε κάποιους λαϊκισμός επειδή φαίνεται να απλουστεύει πολύπλοκα προβλήματα, σε κάποιους άλλους είναι διεκδίκηση διαφορετικής κατεύθυνσης. Και προφανώς, η δυσκολία ενός εγχειρήματος δεν είναι από μόνο του λαϊκισμός.
Λύσεις και απόψεις για τεχνικό περιορισμό νέων κομμάτων ή της πολυφωνίας ενισχύουν στην πράξη τον αυταρχισμό της πολιτικής ορθότητας, οδηγώντας τμήματα της κοινωνίας σε ακόμη πιο ακραίες πολιτικές απόψεις και δράσεις. Ο λαϊκισμός του εφικτού, της δειλίας και της ήσσονος προσπάθειας.
Η λύση, επομένως κατά την πολιτική κατεύθυνση του φιλελεύθερου κέντρου, δεν είναι ένας μηχανισμός ελέγχου των νέων κομμάτων αλλά ένας θεσμικός μηχανισμός υποστήριξής τους. Τον ρόλο αυτό μπορεί και πρέπει, να αναλάβει η ίδια η Βουλή των Ελλήνων, αποκτώντας έναν συμβουλευτικό ρόλο απέναντι σε όσα κόμματα έχουν ήδη καταθέσει ιδρυτική διακήρυξη στον Άρειο Πάγο. Θα είναι ένας εξαιρετικός, θεσμικός σύμβουλος, ο οποίος θα παρέχει τεκμηριωμένες πληροφορίες, δημοσιονομικά δεδομένα, νομοτεχνικές κατευθύνσεις και βασικά στοιχεία διοικητικής εφαρμογής.
Με αυτόν τον τρόπο, τα νέα κόμματα θα έχουν στη διάθεσή τους πληροφορίες και δεδομένα τα οποία θα τα ωθούν να διαμορφώνουν τις πολιτικές τους κατευθύνσεις πάνω σε πραγματικά στοιχεία. Η ευθύνη της πρότασης παραμένει πολιτική αλλά ταυτόχρονα γίνεται και υποχρεωτική η τεκμηρίωση των προτάσεων χωρίς το άλλοθι της άγνοιας.
Σήμερα, με ευθύνη όλου του πολιτικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, ο δημόσιος λόγος κυριαρχείται περισσότερο από συνθήματα και προσωπικές αντεγκλήσεις παρά από ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση. Χαριτολογώντας, θα έλεγα ότι αν κάτι θα έπρεπε να περιοριστεί, δεν είναι η πολιτική έκφραση των νέων κομμάτων, αλλά η δημοσιότητα των προσωπικών αντεγκλήσεων, οι οποίες μετατρέπουν την πολιτική σε κερκίδα οπαδών.
Η δημοκρατία δεν χρειάζεται λιγότερο δημόσιο λόγο. Χρειάζεται περισσότερη γνώση, περισσότερη τεκμηρίωση και καλύτερα ενημερωμένους δημόσιους συνομιλητές.